Η Παγκόσμια Ημέρα Γυναικών είναι μια ημέρα με βαθιά ιστορική και πολιτική σημασία. Δεν είναι ημέρα γιορτής, αλλά ημέρα αγώνα. Μια ημέρα που σηματοδοτεί τις διεκδικήσεις και τις μάχες του γυναικείου κινήματος, από τις απεργίες των εργατριών στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τη φεμινιστική σκέψη και δράση που αναπτύχθηκε μέσα από τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Η 8η Μάρτη γεννήθηκε μέσα από τις απεργίες και κινητοποιήσεις εργατριών για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, για κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά και μέσα από την φεμινιστική αλληλεγγύη που αναπτύχθηκε μέσα στο εργατικό κίνημα. Η ημέρα αυτή διαχρονικά μας υπενθυμίζει κάτι απλό αλλά βαθιά ανατρεπτικό, ότι η απελευθέρωση των γυναικών δεν μπορεί να υπάρξει έξω από τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες.

Σήμερα, ο φεμινιστικός αγώνας παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένος με τις μάχες απέναντι στην πατριαρχία, τον ιμπεριαλισμό και τη βία που ασκείται πάνω στα σώματα μας. Βαδίζει χέρι χέρι με τα κινήματα αλληλεγγύης, με τις διεκδικήσεις της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, με τις γυναίκες που αγωνίζονται σε κάθε γωνιά του κόσμου για ελευθερία, αξιοπρέπεια και αυτοδιάθεση.

Η φετινή 8η Μάρτη μας βρίσκει, όπως και τα τελευταία χρόνια, σε μια ιστορική συγκυρία όπου οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Πόλεμοι, οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική αποδιάρθρωση. Σε έναν κόσμο που μοιάζει να διολισθαίνει σε μια νέα περίοδο βίας και γεωπολιτικής σύγκρουσης. Στη Μέση Ανατολή βλέπουμε για ακόμη μια φορά πώς οι μεγάλες δυνάμεις μετατρέπουν ολόκληρες κοινωνίες σε πεδία σύγκρουσης. Η πρόσφατη επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του κράτους του Ισραήλ στο Ιράν αποτελεί μια ακόμη κλιμάκωση αυτής της στρατηγικής. Ένας ακόμη κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα πολεμικών επεμβάσεων που βαφτίζονται «σταθεροποίηση», «ασφάλεια» ή «εκδημοκρατισμός», ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν έναν φαύλο κύκλο καταστροφής. Το ίδιο συμβαίνει και στην Παλαιστίνη, όπου ένας λαός βιώνει δεκαετίες κατοχής, εκτοπισμού και στρατιωτικής βίας. Στην Παλαιστίνη, στο Ιράν και σε κάθε χώρα που δέχεται ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις οι γυναίκες βιώνουν τις συνέπειες του πολέμου, δηλαδή την απώλεια οικογενειών, καταστροφή των δομών φροντίδας, εκτοπισμό, καθημερινή ανασφάλεια. Όμως δεν είναι απλώς θύματα ενός πολέμου, είναι ταυτόχρονα κομμάτι της κοινωνικής επιβίωσης καθώς εκείνες είναι που συνεχίζουν να κρατούν κοινότητες όρθιες μέσα στα ερείπια, που φροντίζουν παιδιά, τραυματίες, ηλικιωμένους, που οργανώνουν την καθημερινότητα όταν όλα καταρρέουν. Οι πόλεμοι επιτείνουν τις κοινωνικές ανισότητες, διαλύουν δομές φροντίδας, καταστρέφουν τις συνθήκες επιβίωσης των πιο ευάλωτων. Και μέσα σε αυτές τις συνθήκες, τα σώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων γίνονται συχνά το πεδίο πάνω στο οποίο εγγράφεται η πιο ωμή μορφή βίας. Ο φεμινιστικός αγώνας δεν μπορεί να είναι αποκομμένος από την αντίσταση απέναντι στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό.

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών βλέπουμε να αναδύεται ένα νέο κύμα συντηρητισμού. Η άνοδος ακροδεξιών δυνάμεων και η ρητορική πολιτικών αρχηγών όπως ο Τραμπ δεν αποτελούν απλώς αποκλίσεις. Αποτελούν κομμάτι μιας ευρύτερης προσπάθειας αναδιοργάνωσης της κοινωνίας σε πιο αυταρχικές και πατριαρχικές βάσεις. Ο λόγος περί «woke ατζέντας» παρουσιάζεται συχνά ως απειλή, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί ως πολιτική κατασκευή που χρησιμοποιείται για να στοχοποιηθούν κοινωνικά κινήματα και διεκδικήσεις. Μέσα από αυτό το αφήγημα επανέρχονται βαθιά πατριαρχικές αντιλήψεις γύρω από τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια, στην εργασία και στη δημόσια ζωή. Επαναφέρεται ένας αυστηρός δυισμός ανάμεσα στο «ανδρικό» και το «γυναικείο», ενώ επιχειρείται να ανασυσταθεί μια παραδοσιακή αντίληψη της κοινωνικής αναπαραγωγής, που τοποθετεί τη φροντίδα και την αναπαραγωγική εργασία αποκλειστικά στους ώμους των γυναικών. Σε περιόδους κρίσης, το σύστημα στρέφεται συχνά σε πιο παραδοσιακά μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης. Η οικογένεια επαναπροβάλλεται ως βασικός μηχανισμός κοινωνικής σταθερότητας ενώ η φροντίδα επιστρέφει στον ιδιωτικό χώρο. Και οι γυναίκες καλούνται ξανά να επωμιστούν το βάρος της κοινωνικής αναπαραγωγής. Η φεμινιστική θεωρία έχει αναδείξει εδώ και δεκαετίες ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι τυχαία. Η λεγόμενη «κοινωνική αναπαραγωγή» ,η εργασία της φροντίδας, της ανατροφής, της καθημερινής συντήρησης της ζωής αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της οικονομίας. Όταν οι κοινωνικές δομές διαλύονται, όταν το κοινωνικό κράτος υποχωρεί, όταν η φτώχεια και η επισφάλεια επεκτείνονται, το σύστημα μεταφέρει το κόστος αυτής της αναπαραγωγής πίσω στην οικογένεια. Και μέσα στην οικογένεια, σχεδόν πάντα στις γυναίκες.

Οι συντηρητικές αφηγήσεις συχνά εμφανίζονται καμουφλαρισμένες μέσα από έναν λόγο που επικαλείται τον δυτικό διαφωτισμό και την «υπεράσπιση των δικαιωμάτων», την ίδια στιγμή που υπονομεύουν θεμελιώδεις ελευθερίες. Ακόμη και στην Ελλάδα, είδαμε πρόσφατα να επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα του δικαιώματος στην άμβλωση, ένα δικαίωμα που θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα αυτονόητο.Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές χώρες επανέρχονται συζητήσεις για περιορισμό των αμβλώσεων ή για επανακαθορισμό των έμφυλων ρόλων. Πρόκειται για μια πολιτική προσπάθεια επαναρύθμισης των σωμάτων και της αναπαραγωγής. Γι’ αυτό και οι επιθέσεις απέναντι στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότηταή στις φεμινιστικές διεκδικήσεις δεν είναι απλώς πολιτισμικές διαμάχες. Είναι μάχες για τον έλεγχο των σωμάτων, της σεξουαλικότητας και της κοινωνικής οργάνωσης. Υπάρχει εδώ μια βαθιά ειρωνεία, την ίδια στιγμή που η Δύση καταγγέλλει την καταπίεση των γυναικών στη Μέση Ανατολή ως απόδειξη της δικής της «πολιτισμικής ανωτερότητας», στο εσωτερικό της αναπαράγει έναν καμουφλαρισμένο σεξισμό. Έναν σεξισμό που ντύνεται με τον λόγο της παράδοσης, της οικογένειας, ακόμη και της «υπεράσπισης των δικαιωμάτων».

Παράλληλα, μέσα σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα πολέμου και συντηρητισμού, μια ολόκληρη κοινωνία βιώνει τη φτωχοποίηση. Οι μισθοί συρρικνώνονται, η εργασία εντατικοποιείται, η επισφάλεια και η ανασφάλεια γίνονται μόνιμη συνθήκη ζωής. Η ακρίβεια διαμορφώνει ένα όλο και πιο ασφυκτικό πλαίσιο για τα νοικοκυριά, ενώ πολιτικές λιτότητας επαναφέρουν μορφές εργασιακής απορρύθμισης, όπως η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων και η επέκταση των ωραρίων εργασίας.

Το εργοδοτικό έγκλημα στη βιομηχανία Βιολάντα στα Τρίκαλα, όπου πέντε εργάτριες έχασαν τη ζωή τους, δεν αποτελεί ένα εργατικό δυστύχημα. Όταν άνθρωποι πεθαίνουν μέσα στον χώρο εργασίας, αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι αποτέλεσμα ενός συστήματος που αντιμετωπίζει την εργατική τάξη ως αναλώσιμη. Όταν γυναίκες χαμηλόμισθες, εργαζόμενες σε απαιτητικές και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας, χάνουν τη ζωή τους, πρόκειται για μια μορφή κοινωνικής βίας απέναντι σε εκείνες που αποτελούν τα πιο ευάλωτα κομμάτια της εργασίας.Όπως και το έγκλημα στα Τέμπη, μας υπενθυμίζει κάτι βαθύτερο, ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου η ασφάλεια, η φροντίδα και η ζωή υποχωρούν μπροστά στη λογική του κέρδους. Το έγκλημα στα Τέμπη λειτούργησε επίσης ως ένα βίαιο ξύπνημα. Δεν ήταν ένα «δυστύχημα», αλλά η συνέπεια μιας μακράς διαδικασίας υποβάθμισης των δημόσιων υποδομών, ιδιωτικοποιήσεων και απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής. Για αυτό και η οργή που γεννήθηκε μετά τα Τέμπη δεν αφορά μόνο ένα τραγικό γεγονός αλλα αφορά μια ολόκληρη κοινωνία που βιώνει την απαξίωση της ζωής της.

Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η έμφυλη βία παραμένει καθημερινή πραγματικότητα. Κάθε χρόνο ο αριθμός των γυναικοκτονιών προσθέτει νέα ονόματα – με τελευταία τη Νεκταρία - σε έναν μακρύ κατάλογο θυμάτων. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς όμως υπάρχουν ζωές, ιστορίες κακοποίησης, χρόνια σιωπής και φόβου, γυναίκες που προσπάθησαν να φύγουν και δεν τα κατάφεραν. Η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά, διαπερνά την καθημερινότητα, βρίσκεται στον φόβο του δρόμου, στις σεξιστικές συμπεριφορές στους χώρους εργασίας, στις παρενοχλήσεις στα μέσα μεταφοράς, στην υποτίμηση και την κακοποίηση μέσα στο ίδιο το σπίτι. Στις ιστορίες βιασμών που συχνά αντιμετωπίζονται με αμφισβήτηση και ενοχοποίηση των θυμάτων. Οι γυναικοκτονίες, οι υποθέσεις κακοποίησης που δεν βρίσκουν δικαιοσύνη, η συστηματική υποτίμηση της ζωής των γυναικών δείχνουν ότι η πατριαρχική βία δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο αλλά δομικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας.

Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, οι φεμινιστικοί αγώνες δεν είναι μόνο μια διαρκής απάντηση στις επιθέσεις που δεχόμαστε και αυτό θα πρέπει συχνά να το θυμίζουμε στις εαυτες μας. Είναι ταυτόχρονα και μια δύναμη που ανοίγει δρόμους. Τα τελευταία χρόνια το φεμινιστικό κίνημα έχει καταφέρει να μετακινήσει τον δημόσιο λόγο και να σπάσει σιωπές που για δεκαετίες έμοιαζαν ακλόνητες. Το κίνημα #MeToo έφερε στο φως ιστορίες κακοποίησης και σεξουαλικής βίας που μέχρι τότε έμεναν αόρατες, δίνοντας χώρο σε χιλιάδες γυναίκες και θηλυκότητες να μιλήσουν και να διεκδικήσουν δικαιοσύνη. Οι φεμινιστικοί και ΛΟΑΤΚΙ+ αγώνες έχουν ανοίξει ρωγμές σε κανονικότητες που κάποτε παρουσιάζονταν ως αδιαμφισβήτητες, διεκδικώντας ορατότητα, ελευθερία και αξιοπρέπεια. Μέρες όπως η 8η Μάρτη, δεν είναι μόνο ημέρες καταγγελίας. Είναι στιγμές όπου φωτίζουμε συλλογικά τον δρόμο που έχουμε ήδη ανοίξει και αυτόν που συνεχίζουμε να χαράζουμε.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μοιάζει να βυθίζεται όλο και περισσότερο στο χάος. Πόλεμοι, κρίσεις, βία, κοινωνική διάλυση. Μέσα σε αυτό το χάος όμως, τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο και η ιστορία δεν κινείται μόνη της. Την κινούν οι αγώνες μας. Και η 8η Μάρτη είναι ακριβώς αυτό μια υπενθύμιση ότι ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές στιγμές, οι γυναίκες και τα κινήματα συνεχίζουν να διεκδικούν έναν κόσμο διαφορετικό. Έναν κόσμο όπου η ζωή δεν θα θεωρείται αναλώσιμη. Έναν κόσμο όπου τα σώματα και οι ζωές μας δεν θα είναι πεδίο ελέγχου και βίας. Έναν κόσμο που να μας χωρά όλες και όλα.

Γιατί μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται, εμείς κρατάμε η μία την άλλη από το χέρι καιδεν φοβόμαστε τη φωτιά. Τη μετατρέπουμε σε δύναμη.

Συμμετέχουμε στις κινητοποιήσεις την 8η Μάρτη, ημέρα αγώνα - σύγκρουσης - συλλογικής μνήμης:

Αθήνα 13:00 Άγαλμα Κολοκοτρώνη

Πάτρα: 12:00 πλατεία Γεωργίου

Γιάννενα 12:00 Περιφέρεια Ηπείρου

Φλώρινα 12:00 Πλατεία Μόδη

Κομοτηνή 13:00 Πλατεία Ειρηνης