Η 28η Φλεβάρη του 2023 δεν ήταν μια «κακιά στιγμή». Ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που επί χρόνια απαξίωσε τις δημόσιες υποδομές, ιδιωτικοποίησε τον σιδηρόδρομο και αγνόησε συστηματικά τις προειδοποιήσεις των εργαζομένων. Το έγκλημα στα Τέμπη, με 57 νεκρούς - στην πλειονότητά τους νέους - αποκάλυψε με τον πιο ωμό τρόπο τι σημαίνει ένα σύστημα που μετράει τις ζωές με όρους κόστους - οφέλους.
Από τις πρώτες κιόλας μέρες μετά την τραγωδία, συγγενείς θυμάτων και αγωνιστές βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Ανάμεσά τους και ο Πάνος Ρούτσι, που προχώρησε σε απεργία πείνας, καταγγέλλοντας τη συγκάλυψη και απαιτώντας δικαιοσύνη. Η πράξη αυτή δεν ήταν μια συμβολική κίνηση αλλά μια κραυγή απέναντι σε ένα κράτος που ήδη έδειχνε τα όριά του.
Τρία χρόνια μετά, αυτή η αίσθηση όχι μόνο δεν έχει φύγει, αλλά βαθαίνει.
Η κυβέρνηση επιμένει να περιορίζει το έγκλημα σε «ανθρώπινα λάθη», αποκρύπτοντας τις πολιτικές ευθύνες και το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβη η τραγωδία: ιδιωτικοποίηση, κατακερματισμός, υποχρηματοδότηση και πλήρης απουσία ελέγχου. Οι τότε υπουργοί, οι διοικήσεις και οι μηχανισμοί που γνώριζαν, παραμένουν ουσιαστικά στο απυρόβλητο.
Η δίκη στη Λάρισα αποτυπώνει το μέγεθος της υπόθεσης: 60.000 σελίδες δικογραφίας, 36 κατηγορούμενοι, πάνω από 350 μάρτυρες και εκατοντάδες δικηγόροι. Μια ιστορική διαδικασία που θα κρίνει όχι μόνο ευθύνες, αλλά και την ίδια την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.
Και όμως, αυτή η «ιστορική» δίκη ξεκίνησε με εικόνες ντροπής – σαν συνέχεια όλων των χειρισμών και της συγκάλυψης της υπόθεσης.
Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026, στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, η κατάσταση ήταν χαοτική, ενδεικτική ενός κράτους που δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα. Για την διαμόρφωση της αίθουσας έχουν δαπανηθεί σκανδαλωδώς περίπου 1,5 εκατομμύρια για αυτή τη δίκη ορόσημο στη νεότερη ιστορία της χώρας. Παρά το υπέρογκο ποσό, καμία ουσιαστική πρόβλεψη δεν υπήρχε για τη λειτουργικότητα των τεχνικών μέσων και για την χωρητικότητα της αίθουσας.
Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά κατάμεστη, με δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και διαχωρισμένες εισόδους που είχε ως αποτέλεσμα τις συνθήκες ασφυξίας εντός της. Συγγενείς θυμάτων, δικηγόροι, δημοσιογράφοι και πολίτες στοιβαγμένοι σε έναν χώρο περίπου 283 τ.μ., με μόλις λίγες εκατοντάδες θέσεις . Πολλοί συγγενείς δεν βρήκαν θέση, κάποιοι αναγκάστηκαν να καθίσουν ακόμη και στα έδρανα των κατηγορουμένων ή να μείνουν όρθιοι . Καταγράφηκαν ακόμη και λιποθυμίες, ενώ η διαδικασία σταμάτησε προσωρινά λόγω της έντασης και του συνωστισμού .
Η οργή έκδηλη….
Οι συγγενείς μίλησαν για «προσβολή» και «ντροπή», καταγγέλλοντας ότι δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε σεβασμός για αυτούς . Δικηγόροι έθεσαν θέμα αδυναμίας διεξαγωγής της δίκης υπό αυτές τις συνθήκες, ενώ εξετάστηκε ακόμη και αποχή .
Την ίδια στιγμή, έξω από την αίθουσα, φοιτητικοί σύλλογοι,φορείς διαδήλωναν, γράφοντας με κόκκινη μπογιά τα ονόματα των θυμάτων . Η κοινωνία ήταν εκεί — ακόμη κι αν δεν χωρούσε μέσα.
Η εικόνα αυτή δεν είναι απλώς οργανωτική αποτυχία. Είναι πολιτικό σύμπτωμα.
Μια δίκη που υποτίθεται ότι γίνεται «στο όνομα του λαού», αλλά δεν χωράει τον λαό. Μια διαδικασία που υποτίθεται ότι αποδίδει δικαιοσύνη, αλλά ξεκινά με αποκλεισμούς. Ένα κράτος που υπόσχεται «όλα είναι έτοιμα», αποδεικνύεται όμως ανέτοιμο μπροστά σε όλη την κοινωνία.
Κι όμως, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, οι οικογένειες των θυμάτων συνεχίζουν. Δεν σιωπούν. Δεν συμβιβάζονται. Μετατρέπουν τον πόνο τους σε πολιτική πράξη και διεκδίκηση.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έφταιξε εκείνο το βράδυ. Είναι ποιο σύστημα το επέτρεψε. Ένα σύστημα που ιδιωτικοποιεί τα κοινωνικά αγαθά , διαλύει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και υπολογίζει την ασφάλεια με κριτήριο το κόστος.
Γι’ αυτό και ο αγώνας συνεχίζεται. Όλοι εμείς που αγανακτούμε από τα παραπάνω, αγωνιζόμαστε για ….
- Να τιμωρηθούν οι πολιτικά υπεύθυνοι
- Να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια
- Να σταματήσει η συγκάλυψη
- Να περάσουν οι σιδηρόδρομοι στο δημόσιο, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο
- Να επανέλθουν στο δημόσιο όλα τα βασικά κοινωνικά αγαθά
Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική στάση.
Στα Τέμπη δεν συγκρούστηκαν απλώς δύο τρένα. Συγκρούστηκε η ζωή με το κέρδος.
Και όσο δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται….