Για να γίνει η εργατική τάξη ηγεμονική δύναμη του Ενιαίου Αγωνιστικού Κινήματος
Με ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα
Με σχέδιο επιβολής εργατικών κατακτήσεων
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η σύγχρονη εργατική τάξη αποτελεί το δημιουργό του κοινωνικού πλούτου, τον κινητήρα της κοινωνικής αλλαγής. Η εργατική είναι η τάξη που δεν εκμεταλλεύεται καμία άλλη κοινωνική τάξη και γι αυτό μπορεί να γίνει τάξη για τον εαυτό της να καταργήσει την εκμετάλλευση συνολικά για την κοινωνία. Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης και ο μετασχηματισμός της από εκμεταλλευόμενη τάξη σε τάξη για τον εαυτό της, αποτελεί τον πυρήνα της συνολικής υπόθεσης του επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού σε σοσιαλιστική και τελικά κομμουνιστική κατεύθυνση.
Για μια οργάνωση κομμουνιστικής στρατηγικής, η μελέτη των μετασχηματισμών στην παραγωγική διαδικασία, της εργατικής τάξης σήμερα, στην Ελλάδα και διεθνώς, οι εσωτερικές της διαστρωματώσεις, η συνείδηση της, ο τρόπος που συγκροτείται κοινωνικά και πολιτικά, η κατάσταση του εργατικού κινήματος συνολικά και του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ειδικά (ΕΣΚ) και οι αιτίες αυτής αποτελούν την καρδιά της συνολικής προσπάθειας.
Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ-Οργάνωση για την Κομμουνιστική Προοπτική, στην πρώτη ολομέλεια του τομέα εργαζομένων της επιδιώκει να ανοίξει τη συζήτηση γύρω από τα κρίσιμα αυτά ζητήματα, να διαμορφώσει βασικές κατευθύνσεις και αρχές με τις οποίες προσεγγίζει το ζήτημα της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος. Επιδιώκει να οργανώσει και αναδιατάξει την παρέμβαση των μελών της στο Εργατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα (ΕΣΚ).
Στόχος η συνολική αναβάθμιση του εργατικού προσανατολισμού και της παρέμβασής μας, η διαπαιδαγώγηση των νέων ηλικιακά μελών μας, η πλατύτερη σύνδεση και η οργανωτική ένταξη μελών από την εργατική τάξη, ώστε από μία οργάνωση κατά βάση νεολαίας και πανεπιστημιακά συγκροτημένης εργατικής σύνθεσης να μετασχηματιστούμε σε οργάνωση με οργανική σχέση με όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης. Με το βλέμμα στην ανάγκη να ριζώσει και να ανθίσει το ρεύμα της σύγχρονης κομμουνιστικής αναζήτησης στη σύγχρονη εργατική τάξη.
1. ΟΙ ΒΑΘΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ
Α) Η μισθωτή εργασία σήμερα αποτελεί πλειοψηφία στην Ελλάδα. Η εργατική τάξη όμως δεν ταυτίζεται με τη μισθωτή εργασία. Η μισθωτή εργασία περιλαμβάνει διάφορες μερίδες που κοινωνικά – ταξικά εντάσσονται τόσο στην εργατική τάξη όσο και σε νέα μικροαστικά στρώματα (ενδιάμεσα στρώματα της καπιταλιστικής παραγωγής που δεν έχουν ιδιοκτησία μέσων παραγωγής, όμως έχουν κρίσιμο ενδιάμεσο ή και διευθυντικό ρόλο στον κοινωνικό και τεχνικό καταμερισμό εργασίας). Αυτές οι μερίδες εκπροσωπούνται και εκφράζονται μέσα στις επί μέρους οργανωμένες δομές και μορφές του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Πολύ μικρό μέρος της μισθωτής εργασίας (π.χ. ανώτεροι managers με μισθό) ανήκει και στην αστική τάξη, και φυσικά δεν πρέπει να εκφράζεται ή εκπροσωπείται από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, αποτελεί μέρος του ταξικού αντιπάλου του.
Η σημερινή εργατική τάξη είναι βαθιά κατακερματισμένη, αλλά και πιο κοινωνικοποιημένη, διεθνοποιημένη και μορφωμένη από ποτέ, με την πλέον μαζικότερη είσοδο γυναικών στην παραγωγή και πιο πολυεθνική, ειδικά με την είσοδο μεταναστών/ριων, στα πλαίσια του εθνικού αστικού σχηματισμού. Από το πολύπλοκο σύνολο βαθιών αλλαγών που συμβαίνουν στην εποχή μας και στον κόσμο, ξεχωρίζουμε σε αυτή την εισήγηση, τέσσερις:
- Η πρώτη είναι ότι οι διαδικασίες απαλλοτρίωσης μέρους της μικρής ιδιοκτησίας (αγροτιά, μικρά μαγαζιά, ταξί, λεωφορεία κλπ), ειδικά στην περίοδο των μνημονίων και οι οποίες συνεχίζονται, οδηγούν ταυτόχρονα σε μεγαλύτερη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, αλλά και σε μεγαλύτερη συγκέντρωση της εργατικής τάξης. Στην Ελλάδα διατηρείται ακόμα ένας μεγάλος αριθμός μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, η συγκέντρωση της εργατικής τάξης είναι μικρότερη σε σχέση με άλλες καπιταλιστικές χώρες όμως η τάση αυτή είναι υπαρκτή καικοινωνικά δεσπόζουσα. Σε σύνολο 233.151 επιχειρήσεων (όλων των μορφών) το 88,8%, απασχολούν από έναν έως 10 εργαζόμενους, ενώ μόνον οι 538, δηλαδή μόλις το 0,23%, απασχολούν πάνω από 250 εργαζόμενους. Ωστόσο, αυτές οι 538 επιχειρήσεις, το 0,23% του συνόλου, συγκεντρώνει το 25,96%, δηλαδή, πάνω από το ένα τέταρτο των εργαζομένων (459.845). Οι 3.790 επιχειρήσεις με πάνω από 50 εργαζόμενους, δηλαδή το 1,63% των επιχειρήσεων, συγκεντρώνει σχεδόν τη μισή εργατική τάξη, το 44,13% (781.745) (Εργάνη, 2016).
Αυτή η μόνιμη τάση συγκέντρωσης, στην εποχή μας, εκφράζεται στον ανώτερο βαθμό με το πέρασμα από το «κλασικό» μονοπώλιο στο πολυεθνικό πολυκλαδικό μονοπώλιο (ΠΠΜ), που εκφράζεται δομικά και νομικά από τον επιχειρηματικό και κατά κανόνα, πολυεθνικό όμιλο. Γύρω του αναπτύσσεται μια στεφάνη χιλιάδων μικρομεσαίων υπεργολάβων (outsourcing), εξαρτημένων από το ΠΠΜ. Περίπου 60.000 πολυεθνικοί όμιλοι έχουν αναπτυχθεί στον κόσμο, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ (αρχές 2000) με 2.000 από αυτούς να κυριαρχούν στην παγκόσμια παραγωγή. Στην Ελλάδα, κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, περίπου 250 όμιλοι συγκέντρωναν το 45 – 50% της μισθωτής εργασίας, ενώ 60 από αυτούς, κατείχαν κυρίαρχη θέση και συγκέντρωναν περίπου του 25%. Η χωρική πολυδιάσπαση σε θυγατρικές αντισταθμίζεται από την ενοποίησή του στον υπό ενιαία διοίκηση επιχειρηματικό όμιλο. Δεν παραβλέπουμε φυσικά ότι στην εγχώρια καπιταλιστική παραγωγή παραμένει βαρύνουσα (συγκριτικά και με άλλες δυτικές καπιταλιστικά αναπτυγμένες χώρες) η συμμετοχή και σημασία πολλών μικρών επιχειρήσεων, κάτι που θέτει εν μέρει όρια σε κάποιες μορφές σωματειακής οργάνωσης (π.χ. αδυναμία συγκρότησης επιχειρησιακών σωματείων σε επιχειρήσεις 3-20 ατόμων κλπ.).
- Δεύτερο, βαθαίνει η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και της εργασίας. Μέσω των διεθνών αλυσίδων αξίας «παγκοσμιοποιείται» η παραγωγή και όχι μόνον το εμπόριο και η αγορά, όπως στο αρχικό στάδιο του καπιταλισμού ή μόνο το χρηματιστικό κεφάλαιο.
- Τρίτο, τα νέα άλματα στην επιστήμη και την τεχνολογία, με νεώτερη την Τεχνητή Νοημοσύνη, επηρεάζουν βαθιά την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, το κεφάλαιο και την εργασία. Το κεφάλαιο υποτάσσει και διαστρέφει τις κατακτήσεις και τις εντάσσει στη βαθύτερη εκμετάλλευση, έλεγχο και καταπίεση της εργατικής τάξης. Νέες μορφές εργασιακών σχέσεων εμφανίζονται (π.χ. πλατφόρμες, εργασία στο σπίτι), που επηρεάζουν εκτεταμένα εργατικά τμήματα.
- Τέταρτο, οι μετασχηματισμοί στην παραγωγική διαδικασία μέσω των τεχνολογικών αλμάτων και το μετασχηματισμό των παραγωγικών αλυσίδων, αναβαπτίζει τους όρους και την ένταση της άντλησης υπεραξίας, εισάγει νέους όρους στις τεχνικές ελέγχου, επιτήρησης και καταπίεσης της εργατικής τάξης. Παράλληλα ο σύγχρονος καπιταλισμός διαμορφώνει νέους, πιοπερίπλοκους κι αφανείς όρους καθυπόταξης της εργατικής τάξης, κι εμπέδωσης της ιδεολογικής ηγεμονίας κι έξω από την παραγωγική διαδικασία σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής δραστηριότητας των ανθρώπων (σύγχρονος πολιτισμός, βιομηχανία της πληροφόρησης, σχέση κι εξάρτηση των ανθρώπων από την τεχνολογία, τρόπος ζωής στα σύγχρονα αστικά κέντρα κ.α.) που επηρεάζουν βαθιά την εργατική συνείδηση.
- Πέμπτο, η πολλαπλότητα των εργασιακών σχέσεων και η επέκταση των εργολαβικών εργαζόμενων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα δημιουργούν μια τεράστια διάσπαση και κατακερματισμό στην εργατική τάξη, τόσο κοινωνικό όσο και συνειδησιακό. Δυσκολεύουν την ταξική και συνδικαλιστική ενότητα αφού στρέφουν το ένα τμήμα απέναντι στο άλλο, Επίσης έχουν βαθιά επίδραση στον τρόπο ζωής και σκέψης, στη συμπεριφορά και τις αντιλήψεις της σύγχρονης εργατικής τάξης για την παραγωγή, τον κόσμο και τον εαυτό της. Την κατακερματίζουν συνειδησιακά μέσα από τις διαφορετικές μερικές εικόνες του κάθε στρώματός της.
Συνολικά, μέσα από αυτές τις διαδικασίες δυναμώνει η εξουσία του κεφαλαίου, ανεβαίνουν οι βαθμοί εκμετάλλευσης, μεγαλώνει ο κατακερματισμός και η γενικευμένη εμπορευματοποίηση της μισθωτής εργασίας. Οι βαθύτατες αυτές αλλαγές, μαζί με πολλές άλλες, προσέδωσαν δυναμισμό στο κεφάλαιο, βοήθησαν στην αντιρρόπηση της τάσης για πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους. Όμως, στην εποχή που ζούμε, οι διαδικασίες αυτές εξαντλούν τηδυναμική τους. Η εξάντληση αυτή εκφράζεται με μία νέα, κυοφορούμενη δομική κρίση, όψεις και αποτελέσματα της οποίας είναι και ο αναπτυσσόμενος εκφασισμός και ο πόλεμος. Ταυτόχρονα, όμως, διαμορφώνεται μία σύγχρονη εργατική τάξη η οποία μπορεί να είναι κατακερματισμένη χωρικά, υπό την διεύθυνση διαφορετικών θυγατρικών, όμως συγκεντρώνεται στην εξουσία του ομίλου, ενώ «διεθνοποιείται» μέσα από τις διεθνείς αλυσίδες αξίας.
Όλα τα παραπάνω και ιδίως, η κυρίαρχη οντότητα του ΠΠΜ - Ομίλου και οι διεθνείς αλυσίδες αξίας, επιβάλλουν μία νέα οπτική όσον αφορά το περιεχόμενο, το πρόγραμμα, τα αιτήματα, αλλά και τις μορφές συνδικαλιστικής και πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης, της διάρθρωσης του ταξικού αγώνα, της αποτελεσματικότητας και της διεθνοποίησης του.
Β) Η εργατική τάξη έχει εσωτερικές διαστρωματώσεις, εσωτερικά της συγκροτούνται τμήματα με διαφοροποιήσεις σε κοινωνικές συμπεριφορές εξαιτίας της θέσης τους στην παραγωγή, των κοινωνικών καταβολών και προοπτικών τους, τα οποία όλα παίζουν κρίσιμο ρόλο στην παραγωγή. Τοποθετούμαστε σε αντιδιαστολή με πολιτικά ρεύματα που μειώνουν η εξαφανίζουν το ρόλο της εργατικής τάξης, αλλά και με εκείνα τα ρεύματα που προκρίνουν a priori κάποια τμήματα της εργατικής τάξης ως εν γένει πρωτοπόρα (η νέα γενιά έναντι της παλαιότερης, οι ελαστικά εργαζόμενοι έναντι της σταθερής εργασίας - precariato, η επιστημονικά καταρτισμένη εργατική τάξη - cogitariato έναντι των πιο παραδοσιακών τμημάτων της) οι οποίες άθελα τους αναπαράγουν τους εσωτερικούς διαχωρισμούς.
Μέσα από τις πολύμορφες διαφοροποιήσεις, στον σύγχρονο καπιταλισμό, ξεχωρίζουντρία τμήματα της σύγχρονης εργατικής τάξης:
- Το τμήμα της εργατικής τάξης με πανεπιστημιακή εκπαίδευση που ασκεί κυρίως ή εν μέρει διανοητική εργασία στο αντικείμενο αυτής και έχει σημαντική μόρφωση και κατάρτιση. Εκφράζει το κατώτερο κοινωνικά και ταξικά μέρος της επιστημονικά συγκροτημένης εργασίας (που δεν ανήκει προφανώς όλη στην εργατική τάξη), έχει πλατύτερους κοινωνικούς ορίζοντες, παράγει υψηλά ποσοστά υπεραξίας. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να αμείβεται καλύτερα από το μέσο όρο και να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες ανέλιξης στον κοινωνικό καταμερισμό, σε ενδιάμεσες ή ακόμα και διευθυντικές θέσεις. Λόγω της συγκρότησής της μπορεί να “σκέφτεται” για τον εαυτό της ως τάξη, να αντιλαμβάνεται σε καλύτερο βαθμό την παραγωγική διαδικασία και να έχει τη δυνατότητα να ενσωματώνει πιο εύκολα το ριζοσπαστισμό σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο. Ταυτόχρονα όμως εξαιτίας αυτής της συγκρότησης είναι πιο επιρρεπής στο ταξικό συμβιβασμό, την ενσωμάτωση στα ανώτερα διευθυντικά κλιμάκια του παραγωγικού καταμερισμού, τον κίνδυνο της αποκοπής από τα υπόλοιπα τμήματα της εργατικής τάξης. Το τμήμα αυτό όμωςαυτά μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά σε ένα νέο κύμα εργατικού διαφωτισμού αλλά και στηνιδεολογική και πολιτική «διαφώτιση» των σύγχρονων καπιταλιστικών σχέσεων.
- Το τμήμα της χειρωνακτικής εργασίας που κυρίως κάνουν “απλή” εργασία ή συμπληρώνουν την εργασία των μηχανών. Σε αυτά κυρίως αποσπάται απόλυτη υπεραξία μέσω της μείωσης του μισθού και της εντατικοποίησης της εργασίας, λόγω της σκληρά καταπιεζόμενης θέσης του στην παραγωγή, των μικρότερων προοπτικών κοινωνικής ανέλιξης και ενσωμάτωσης, έχει βαθύτερο ταξικό ένστικτο. Σε αυτήν εμπεριέχονται σε μεγάλο βαθμό και οι μετανάστες/ριες αλλά όχι μόνο, δουλεύουν κατά βάση με λιγότερα δικαιώματα, ελαστικές σχέσεις εργασίας κτλ. Κατά κανόνα, στις μέρες μας, η κατηγορία αυτή έχει κοινωνικά πιο συντηρητική στάση, αμείβεται χαμηλότερα, είναι λιγότερο οργανωμένη συνδικαλιστικά γιατί δέχεται και τη μεγαλύτερη καταπίεση από την πλευρά της αστικής τάξης. Όμως, λόγω όλων αυτών, όταν μπουν στην ταξική αντιπαράθεση μπορεί να έχουν πιο αδιάλλακτη στάση και να αντισταθμίζουν τις τάσεις συμβιβασμού, που μπορεί να εκφράζονται από άλλα εργατικά στρώματα και κατηγορίες.Απαιτείται ειδικός, επίμονος και σταθερός προσανατολισμός για την σύνδεση του εργατικού κινήματος και ειδικά του κομμουνιστικού ρεύματος με τέτοια τμήματα της εργατικής, ιδιαίτερα μεταναστών/τριών.
- Το τμήμα της τεχνικά ειδικευμένης εργατικής τάξης, έχει υψηλή τεχνική κατάρτιση και ειδίκευση, χειρίζεται ανώτερα μέσα παραγωγής και υπηρεσιών. Στο εσωτερικό του εκφράζονται οι πλευρές των παραπάνω τμημάτων, ηδυνατότητα συνολικότερης εποπτείας και το ταξικό ένστικτο και ταυτόχρονα και οι κοινωνικές λειτουργίες τους όσον αφορά τις τάσεις συμβιβασμού και αδιαλλαξίας. Μπορεί να συνδεθεί πιο εύκολα και με τα δύο τμήματα.
Γ) Οι γυναίκες συγκροτούν ένα σημαντικό ποσοστό της μισθωτής εργασίας και της εργατικής τάξης. Παρά την πρόοδο που έχει γίνει στο τομέα της θεσμικής ισότητας, οι γυναίκες συνεχίζουν να έχουν διπλάσια ποσοστά ανεργίας και μεγαλύτερα ποσοστά μερικής απασχόλησης σε σχέση με τους άντρες ενώ το χάσμα μισθολογικής ανισότητας παραμένει υπαρκτό και κραυγαλέο. Οι γυναίκες είναι οι πρώτες που πλήττονται και επιβαρύνονται τα βάρη της κοινωνικής αναπαραγωγής στις συνθήκες όπου το κράτος πρόνοιας αποσαρθρώνεται και ιδιωτικοποιείται (βρεφονηπιακοί σταθμοί, υγειονομικό σύστημα, φροντίδα υπερηλίκων) ενώ την ίδια στιγμή παραμένει ένα καθεστώς εργοδοτικής ασυδοσίας απέναντι στην προστασία της μητρότητας. Παράλληλα η γυναίκα εργαζόμενη βρίσκεται πολλαπλά εκτεθειμένη στην πολύμορφη σεξιστική βία γιατί έχει ν’ αντιμετωπίσει τεράστιους σκοπέλους, από τον κοινωνικό στιγματισμό μέχρι τον εκβιασμό, την απειλή της απόλυσης, το φόβο της ανεργίας. Τέλος οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στα όργανα των συνδικαλιστικών φορέων. Χρειάζονται να καταβάλλουν πολλαπλάσια προσπάθεια, ενάντια σε ακόμη υπαρκτές προκαταλήψεις μέσα στην κοινωνία για να κατοχυρώσουν τη φωνή και τη θέση τους όχι μόνο απέναντι στον εργοδότη αλλά και μέσα στα συνδικάτα.
Δ) Από τη δεκαετία του 1990 με την αύξηση των μεταναστευτικών ροών, οι μετανάστες/ριες αποτελούν ένα αυξανόμενο κομμάτι της εργατικής τάξης. Απασχολούνται κυρίως σε χαμηλής ειδίκευσης κλάδους (γεωργία, κατασκευές, καθαριότητα, μεταποίηση, οικιακή εργασία). Τις προηγούμενες δεκαετίες οι περισσότεροι μετανάστες προέρχονταν από τα Βαλκάνια και τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ ενώ πλέον προέρχονται κυρίως από χώρες της κεντρικής και βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της ινδικής χερσονήσου. Σε σημαντικό βαθμό δουλεύουν σε συνθήκες παρανομίας, υποεκτιμώνται στις επίσημες στατιστικές, αμείβονται συντριπτικά χαμηλότερα από τους έλληνες/ιδες εργάτες/ριες και λόγω της θέσης τους βρίσκονται στο στόχαστρο του εργοδοτικού εκβιασμού. Αποτελούν ένα από το πιο εκμεταλλευόμενα κομμάτια της εργατικής τάξης. Εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, οι μετανάστες βρίσκονται εκτός των συνδικάτων. Έχουν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο το θεσμικό ρατσισμό και τους σκοπέλους που βάζει το αστικό κράτος για την ομαλή ένταξη τους στον κοινωνικό σχηματισμό αλλά και τις προκαταλήψεις και το ρατσισμό που αναπαράγονται και μέσα στην εργατική τάξη. Η ανάπτυξη της εργατικής αλληλεγγύης και της ταξικής ενότητας ελλήνων και μεταναστών/τριων είναι καθοριστικός παράγοντας για το σύγχρονο ΕΣΚ, απαιτεί διπλάσια προσπάθεια για να υπερπηδηθούν τα εμπόδια που θέτει η διαφορετική γλώσσα, η κουλτούρα, η θρησκεία.
Ε) Η ποιοτική σημασία της συγκεντρωμένης εργατικής τάξης για την ανασυγκρότηση του Ε.Σ.Κ. Η συγκεντρωμένη εργατική τάξη έχει στρατηγική σημασία για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, πρώτα και κύρια γιατί ο δικός τους απεργιακός και πολιτικός αγώνας μπορεί να μπλοκάρει ουσιαστικά την παραγωγή και να κλονίσει το αστικό σύστημα.Επίσης γιατί έρχεται σε επαφή με τις πιο πρωτοπόρες παραγωγικές δυνάμεις του σημερινού καπιταλισμού, στους νέους και πιο σύγχρονους τρόπους οργάνωσης της εργασίας, των νέων δυνατοτήτων αλλά και τις τεράστιας εκμετάλλευσης που τους δίνει αντικειμενικά την δυνατότητα να γίνουν το πιο συνειδητό υποκείμενο της ανατροπής και ο πιο συνειδητός φορέας της νέας κοινωνίας. Ταυτόχρονα η συγκέντρωση της στο χώρο λόγω κοινών παραστάσεων και μαζικότητα δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης συνδικαλιστικής δράσης.
2. ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΗΜΕΡΑ
Οι αντι-μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν ως απάντηση στο ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης του 2008 και έλαβαν στη χώρα μας την ειδική μορφή των μνημονίων και της εποπτείας, συμπύκνωσαν βιαίως τους μετασχηματισμούς στην εργασία στη νέα εποχή του καπιταλισμού. Από την υποτιθέμενη “έξοδο από τα μνημόνια” και το “τέλος της κρίσης” μέχρι σήμερα συνεχίζεται η εμπέδωση και το βάθεμα του νεοφιλελεύθερου πλαισίου στην εργασία μέσα από σειρά αντεργατικών νόμων. Η ήττα κι υποχώρηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και ευρύτερα του λαϊκού κινήματος διευκολύνει τη συνέχιση, παρά σημαντικές εργατικές αντιστάσεις, αυτής της πολιτικής από την αστική τάξη.
Βασικός πυλώνας της παραπάνω πολιτικής είναι η ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, μέσω της διεύρυνσης του ωραρίου, της εντατικοποίησης της εργασίας, του φραγμού στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, την καθήλωση των μισθών σε αντιδιαστολή με την αύξηση των κερδών. Καθοριστική πλευρά για την εμπέδωση της παραπάνω πολιτικής είναι η περιστολή των συνδικαλιστικών ελευθεριών και η εμπέδωση ενός αυταρχικού πλαισίου διώξεων της συνδικαλιστικής δράσης.
Το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αναμετρήθηκε με τις βίαιες αναδιαρθρώσεις που πήραν τη μορφή των μνημονίων και παρά τους μεγάλους αγώνες που δόθηκαν, ηττήθηκε. Σήμερα το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε χειρότερη θέση σε σχέση με πριν την κρίση.
Η συνδικαλιστική οργάνωση είναι χαμηλή ποιοτικά και ποσοτικά, ο συνδικαλισμός έχει χάσει την ισχύ και το κύρος του στη πλειοψηφία των εργαζομένων. Ακόμα και στους χώρους του δημοσίου που η συνδικαλιστική δράση είναι πιο αναβαθμισμένη, η ήττα, η αυταρχικοποίηση του πλαισίου δράσης, ο κατακερματισμός των εργασιακών σχέσεων έχει οδηγήσει σε υποχώρηση του συνδικαλισμού.
Σε γενικές γραμμές οργανωτικά επικρατεί ο κατακερματισμός του συνδικαλιστικού κινήματος, με πολλαπλά σωματεία στον ίδιο κλάδο ή χώρο ή ομοσπονδίες, την διάκριση δημόσιου-ιδιωτικού τομέα. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι από το σημερινό συνδικαλιστικό κίνημα δεν έλκεται η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και κυρίως η εργατική νεολαία, η σύγχρονη εργατική τάξη και οι νέοι κλάδοι που αναπτύσσονται στο σύγχρονο καπιταλισμό. Στις περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις και τους ομίλους που δρουν στον ελληνικό καπιταλισμό, είτε δεν υπάρχει συνδικαλιστική εκπροσώπηση, είτε είναι προσχηματική και πλήρως εργοδοτικά ελεγχόμενη, είτε υπάρχει κατακερματισμός των σωματείων με αποτέλεσμα να μην οργανώνεται ενωτικά και μαχητικά η εργατική τάξη.
Η ηγεσία του Ε.Σ.Κ. δεν επιβάλλεται μόνο –ή κυρίως– μέσω μηχανισμών· η πολιτική γραμμή της κατορθώνει να επικοινωνεί και να ανατροφοδοτείται από τη σημερινή αδυναμία των ταξικών και αγωνιστικών δυνάμεων και ρευμάτων της εργατικής τάξης να πετυχαίνει κατακτήσεις μέσα στον αρνητικό ταξικό συσχετισμό και ιδιαίτερα μέσα από τις αδυναμίες και παθογένειες καθώς και από την έλλειψη πολιτικού σχεδίου του ταξικού αγωνιστικού ρεύματος για νίκες. Όλη αυτή η κατάστασηέχει σαν αποτέλεσμα να ισχυροποιείται η γραμμή της συνδιαλλαγής με την εργοδοσία και στην συνείδηση της εργατικής τάξης. Αυτό αξιοποιεί ο αστικός συνδικαλισμός και αναπαράγεται μέσω της δυνατότητάς του να συνδιαλλάσσεται με την αστική τάξη, αξιοποιώντας μικρές παραχωρήσεις –συνήθως τη διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος ή την αποφυγή μιας πιο επιθετικής πολιτικής– ειδικά σε κλάδους και επιχειρήσεις με υψηλή κερδοφορία.
Η χαμηλή συνδικαλιστική οργάνωση, η κυριαρχία, παρά τις διασπάσεις, των παραδοσιακών αστικών ρευμάτων εντός του συνδικαλιστικού κινήματος και η διάσταση τους σήμερα με μεγάλα κομμάτια των εργαζομένων, η ενίσχυση της λογικής της ανάθεσης εμφανίζει το εξής παράδοξο: Δυνάμεις του ΚΚΕ να κατακτούν την σχετική πλειοψηφία στην ΑΔΕΔΥ, τη ΔΟΕ, το ΕΚΑ και άλλα εργατικά κέντρα χωρίς αυτό να καταγράφει σοβαρές αλλαγές στη μαχητικότητα, την αποτελεσματική αντίσταση και τον πραγματικό αγώνα για κατακτήσεις των συνδικάτων. Το ιστορικό βέλος δεν αλλάζει πορεία.
Κύριος στόχος μας είναι μια εργατική αντιστροφή στη διαρκή πορεία ηττών.
Σαν συμβολή σε αυτή την αντιστροφή, σταχυολογούμε ορισμένες βασικές αιτίες για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο συνδικαλιστικό κίνημα:
1.Οι δομικές αλλαγές του σύγχρονου καπιταλισμού στην παραγωγή, μετασχημάτισαν τις σχέσεις εργασίας, την εργατική τάξη και τη συνείδησή της. Οι αλλαγές αυτές απαιτούν αλλαγές στο πρόγραμμα, στα αιτήματα και στον τρόπο που οργανώνεται σήμερα η εργατική τάξη, τη δομή και τη δράση του συνδικαλιστικού κινήματος, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται καλύτερα στη συγκρότηση και συγκέντρωση του κεφαλαίου στις σύγχρονες συνθήκες. Αυτή η αναγκαιότητα έχει υποτιμηθεί.
2.Η ιδεολογική υπεροχή και η στρατηγική υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος σε συνδυασμό με την αναποτελεσματικότητα των αγώνων του εργατικού κινήματος, διευκόλυνε την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης γραμμής και αστικής αντίληψης για τον “κοινωνικό εταιρισμό”, δηλαδή της αντίληψης που ορίζει τον κοινωνικό διάλογο μεταξύ αστικής κι εργατικής τάξης, οι οποίες δήθεν μοιράζονται ίσα μερίδια διαπραγμάτευσης και υπερασπίζονται ελεύθερα τα συμφέροντα που εκπροσωπούν, με διαιτητή το αστικό κράτος και στόχο την βέλτιστη λειτουργία της επιχείρησης και της αγοράς. Η λογική αυτή αποτελεί επίδραση της αστικής τάξης και πολιτικής μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα, που οι φορείς της, σε συμμαχία με την εργοδοσία, τοκράτος και τις κυβερνήσεις, ενισχύουν τον κατακερματισμό, την απογοήτευση και την υποταγή της εργατικής τάξης.
3.Η κυριαρχία μίας συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και η εκ των έσω διάβρωση των συνδικάτων από την αστική τάξη. Από τη μία ελάχιστες διαδικασίες βάσης, κυριαρχία της ανάθεσης και ταύτιση των διαδικασιών των συνδικάτων με τις εκλογικές διαδικασίες, από την άλλη πολυετείς απαλλαγές, συνδικαλιστές πλήρως αποκομμένοι από την παραγωγή, συνδιαλλαγές συνδικαλιστών με την εργοδοσία, συνδικαλιστές-εκπρόσωποι εργαζομένων οι οποίοι ταυτόχρονα ασκούσαν διοίκηση ή είχαν διευθυντικό δικαίωμα στην παραγωγή, διαδικασίες της «εργατικής συμμετοχής» στο δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες που διαμόρφωνε μια «αριστοκρατία» εργατών κι εργαζομένων, που έφτασε να βιοπορίζεται, μέσα από διάφορα κανάλια με απολαβές πολύ μεγαλύτερες από τον εργατικό μισθό των συναδέλφων τους.
4.Ο «κοινοβουλευτισμός» μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα και η υπονόμευση της πολιτικής και κινηματικής του αυτοτέλειας. Αντί για ενότητα πάνω στα ταξικά συμφέροντα, ανεξάρτητη δράση και προώθηση της δημοκρατικής συζήτησης, σχεδιασμού, συντονισμού, στα συνδικάτα επικρατεί ο κομματικός διαχωρισμός και η μετατροπή τους σε φορείς υλοποίησης κομματικών γραμμών. Για αυτή την εξέλιξη ευθύνη φέρουν, σε κάποιο βαθμό, και οι ίδιες οι ταξικές δυνάμεις.
5.Η υποχώρηση των κομμουνιστικών ρευμάτων και μιας στρατηγικής εργατικής χειραφέτησης, εμπέδωσε σ’ ένα βαθμό το “δεν υπάρχει άλλος δρόμος”. Που με τη σειρά του, οδήγησε στην υποχώρηση προβολής και διεκδίκησης ενός συνολικού προγράμματος πάλης εντός του συνδικαλιστικού κινήματος που θα εκκινεί από το χώρο της επιχείρησης και θα δίνει προοπτική κατακτήσεων στο σήμερα, πανεργατικού χαρακτήρα. Που θα βελτιώνουν την ζωή της εργατικής τάξης, θα αλλάζουν τους συσχετισμούς και θα ανοίγουν δρόμους μεγαλύτερων ανατροπών. Έτσι, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα παγιδεύτηκε στον αδιέξοδο δρόμο μιας διαρκούς «αντίστασης και πάλης», χωρίς προοπτική και οργάνωση αντεπίθεσης, αντιστροφής και ανατροπής της διαρκούς επίθεσης του κεφαλαίου.
3. ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΡΟΥΝ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
3α. Τα αστικά ρεύματα
Στο σημερινό συνδικαλιστικό κίνημα ηγεμονεύει η «μετάλλαξη» και η στενή συμπόρευση των δύο κύριων αστικών ρευμάτων: του σοσιαλδημοκρατικού και του κλασικού, δεξιού νεοφιλελεύθερου. Η «μετάλλαξη» του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού ρεύματοςαπό τον εργατικό ρεφορμισμό της σοσιαλδημοκρατίας στονολοκληρωτικά αντιδραστικό αστικό εκσυγχρονισμό με τη μορφή του σοσιαλφιλελευθερισμού, αυτή η αλλαγή στρατηγικής, βοήθησε τα κλασικά, δεξιά – αστικά, νεοφιλελεύθερα συνδικαλιστικά ρεύματα να αποκτήσουν εκ νέου έρεισμα και επιρροή στην εργατική τάξη (ΔΑΚΕ, εργοδοτικά ρεύματα κ.α.). Σε αυτή τη στρατηγική προσχώρησαν ή υποτάχθηκαν η πλειονότητα των συνδικαλιστικών ρευμάτων του ευρωκομμουνισμού αλλά και τμήματα του κομμουνιστικού ρεφορμισμού, ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η γραμμή αυτή εκφράζεται με τον πιο καθαρό τρόπο στη ΓΣΕΕ, ενώ σε ηπιότερη μορφή εμφανίζεται στην ΑΔΕΔΥ, καθώς και στη μεγάλη πλειονότητα των Ομοσπονδιών και των σωματείων. Ο αστικός συνδικαλισμός αναπαράγεται μέσω της δυνατότητάς του να συνδιαλλάσσεται με την αστική τάξη, αξιοποιώντας μικρές παραχωρήσεις –συνήθως τη διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος ή την αποφυγή μιας πιο επιθετικής επίθεσης– ειδικά σε κλάδους και επιχειρήσεις με υψηλή κερδοφορία.
Ιδιαίτερα η ΓΣΕΕ, με τη διαχείριση εκατομμυρίων ευρώ μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των Ινστιτούτων της, έχει μετατραπεί σε φορέα διαχείρισης κρατικού και ευρωπαϊκού χρήματος. Στελέχη της αντλούν οικονομικά οφέλη ή ενισχύουν την εξουσία τους μέσα από αυτό το σύστημα. Για να διατηρήσει αυτή την προνομιακή θέση, η συνομοσπονδία έχει εξελιχθεί σε ιδεολογικό υπέρμαχο της «ταξικής συμφιλίωσης», του εταιρισμού και της προώθησης της αστικής ιδεολογίας. Κύριοι εκφραστές του αποτελούν οι παρατάξεις ΔΑΚΕ. ΠΑΣΚΕ και οι διασπάσεις τους, ενώ μεγάλος κορμός των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ενταχθεί στην παραπάνω λογική. Παρά τις διαφορές, δεν είναι τυχαίο ότι συνδιοικούν τη ΓΣΕΕ.
3β. Τα ταξικά, αγωνιστικά ρεύμα
Το ευρύτερο ρεύμα του ταξικού και αγωνιστικού συνδικαλισμού, σε όλες τις εκφράσεις του —από τα μαχόμενα αλλά ρεφορμιστικά εργατικά ρεύματα έως τα πιο συνεπή ταξικά και επαναστατικά— εξακολουθεί να παρεμβαίνει αλλάέχει περιορισμένη επιρροή στο συνδικαλιστικό κίνημα, ιδιαίτερα μέσα στη σύγχρονη εργατική τάξη και την εργατική νεολαία. Στο σύνολό του παραμένει προγραμματικά, πολιτικά και οργανωτικά απροετοίμαστο για τις απαιτήσεις της σημερινής περιόδου. Παρόλα αυτά, οι δυνάμεις αυτές κινούνται στον αντίποδα των κυρίαρχων παρατάξεων και του συνδικαλισμού της συναίνεσης με το κράτος και την εργοδοσία. Όταν παρεμβαίνουν οργανωμένα, μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά σε αγώνες ρήξης και ανατροπής, αλλά και στη διαμόρφωση όρων για την ταξική ανασυγκρότηση και την αναγέννηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος. Οι δυνάμεις αυτού του ρεύματος είναι κυρίως ισχυρές στο δημόσιο τομέα και κυρίως σε χώρους που συγκεντρώνονται εργατικά στρώματα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ή/και νέα μικροαστικά στρώματα διανοητικής εργασίας (εκπαίδευση, υγεία, μηχανικοί, πληροφορική κλπ).
- Οι δυνάμεις που πρόσκεινται στο ΚΚΕ έχουν κατορθώσει κι αυξήσει τις δυνάμεις τους και πλειοψηφήσει στην ΑΔΕΔΥ, στην ΟΕΝΓΕ, ΔΟΕ και σε μεγάλα Εργατικά Κέντρα της χώρας. Αυτό το φαινόμενο δεν αλλάζει τη γενική εικόνα, υπό την έννοια πως η συνδικαλιστική πυκνότητα και συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες παραμένει χαμηλή. Το ΚΚΕ κατόρθωσε και εγκόλπωσε στο συνδικαλιστικό κίνημα τη μετάλλαξη και υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ, ένα δυναμικό απογοητευμένο από την ΠΑΣΚΕ. Είναι θετικό αποτέλεσμα το γεγονός πως ένα εργατικό δυναμικό συνεχίζει κι αναζητά αγωνιστικά. Συνεπώς η άνοδος αυτή σε απόλυτο αριθμό, μπορεί να διαμορφώσει νέες δυνατότητες. Όμως η συνολική οπτική του ΚΚΕ για το συνδικαλιστικό κίνημα υποτιμά την αυτοτελή συνδικαλιστική καιπολιτική του δράση. Κυρίως εκφράζει μία γραμμή που δεν έχει στόχο την επίτευξη κατακτήσεων στο σήμερα (με την εξαίρεση συγκεκριμένων συνδικάτων όπου υπάρχει ισχυρή πίεση και από την ταξική βάση), άρνηση να συγκεντρωθούν δυνάμεις γύρω από συγκεκριμένα αιτήματα και να σχεδιαστεί με επιμονή ο αγώνας. Η οπτική αυτή υποτιμά τοστόχο να σπάσει το συνεχές της επίθεσης και να υπάρξει έστω μία κατάκτηση, αλλά αντίθετα στοχεύει στο “να βγάλει ο κόσμος συμπεράσματα”, κι αυτό υπονομεύει την εμπιστοσύνη των εργαζομένων στη δύναμη του κινήματος. Μετατρέπει τις απεργίες από όπλα εκβιασμού σε μέσα άσφαιρης διαμαρτυρίας, μπροστά στη ψήφιση ενός ακόμη νόμου, πρακτική που δεν ενισχύει τη συμμετοχή των εργαζομένων. Αρνούμενο την οπτική του ενιαίου αγωνιστικού μετώπου κατακτήσεων και ανατροπής , όχι απλά δεν επιδιώκει κοινή δράση με τα υπόλοιπα συγκροτημένα αγωνιστικά ρεύματα, αλλά τα αντιμετωπίζει ως αντίπαλα. Η οπτική αυτή οδήγησε στη συγκρότηση του ΠΑΜΕ πριν 20 χρόνια. Σημασία έχει επίσης το γεγονός πως δεν συγκρούεται με το μοντέλο των απαλλαγών και των αποσπάσεων που αντικειμενικά διαμορφώνει αποστάσεις ανάμεσα στον ηγετικό μηχανισμό των εργατικών στελεχών και τη βάση των συνδικάτων.Αυτό δεν αναιρεί ότι έχει αγωνιστικό προσανατολισμό, οργανώνει και δίνει μάχες σε χώρους και κλάδους ενώ στο εσωτερικό του έχει και αγωνιστές που αναζητούν μια νέα γραμμή ανασυγκρότησης του Ε.Σ.Κ. Ωστόσο απαιτείται να τονιστεί ότι συνολικά παίζει ρόλο ανάσχεσης των ριζοσπαστικών τάσεων και συμβιβασμοί με τις κυβερνήσεις, την εργοδοσία και την αστική πολιτική
-Παράλληλα υπάρχουν και δρουν μικρότερα αγωνιστικά ρεύματα αντικαπιταλιστικής,επαναστατικής αναφοράς, σύγχρονης κομμουνιστικής αναφοράς, που μπορεί να έχουν σημαντική θεωρητικό - πολιτική συμβολή αλλά παράλληλα είναι μειοψηφικά και δεν είναι ενιαία. Μέσα σε αυτό δρουν και οι δυνάμεις μας. Τα ρεύματα αυτά αποτελούνται από αγωνιστές/ριες αριστερών αντικαπιταλιστικών επαναστατικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων, της εργατικής αναφοράς αναρχίας που δίνουν τη μάχη στους χώρους δουλειάς, εκφράζουν την ανάγκη σύγκρουσης και αδιαλλαξίας με την εργοδοσία και το κράτος. Τα επιμέρους ρεύματα έχουν δράση σήμερα κυρίως σε χώρους του Δημοσίου και στο τμήμα της εργατικής τάξης με πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Μέσα σ’ αυτά αναπαράγονται τάσεις κομματικού συνδικαλισμού και δυστοκίας κοινής δράσης των μαχόμενων δυνάμεων, υποτίμησης της λογικής του ενιαίου αγωνιστικούμετώπου κατακτήσεων και ανατροπής, υποτίμησης της ανάγκης ή/και αδυναμίας λόγω οπτικής να συνδεθούν με τα πιο εκμεταλλευόμενα στρώματα της εργατικής τάξης. Σ’ αυτά τα ρεύματα εκφράζονται και οι τάσεις διαχωρισμού των συνδικάτων στη βάση μίας συνολικότερης αντικαπιταλιστικής ιδεολογίας.
4. ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
Τα χρόνια της μνημονιακής επίθεσης αναπτύχθηκαν μεγαλειώδης αγώνες που επισκιάστηκαν από την ήττα, όμως άφησαν παρακαταθήκη και σημαντική πείρα. Τη διετία 2010-2012 έγιναν 17 πανεργατικές απεργίες ενώ ξέσπασαν και σημαντικοί απεργιακοί αγώνες σε επιχειρήσεις κι εργοστάσια. Στη διετία αυτή σημαντική συμβολή είχε ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα, που ξεκίνησε από μία πρωτοβουλία 5 σωματείων, συσπείρωσε 20 σωματεία στην πρώτη του σύσκεψηκαικατόρθωσε να φτάσει στα 60 στην Αττική ενώ αντίστοιχοι συντονισμοί δημιουργήθηκαν και σε άλλες πόλεις της χώρας. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις και οπτικές που αναπτύχθηκαν στα αγωνιστικά ρεύματα γύρω από το χαρακτήρα του Συντονισμού, αυτός κατάφερε να συγκροτήσει μία μάχιμη ταξική αντιπολίτευση, στις απεργίες το μπλοκ του Συντονισμού στο Μουσείο στην Αθήνα να γίνει σημείο αναφοράς χιλιάδων εργαζομένων κόντρα στη ΓΣΕΕ, συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός ανεξάρτητου εργατικού ρεύματος με όρους μαζικού κινήματος. Τα νέα πολιτικά δεδομένα που δημιούργησε η κοινοβουλευτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 μέχρι την τελική του ενσωμάτωση μετά το Δημοψήφισμα, η επάνοδος της ΝΔ και η αδυναμία της επαναστατικής αριστεράς να δώσει ικανή απάντηση στις νέες συνθήκες συνέβαλαν στην υποχώρηση καιτου συνδικαλιστικού κινήματος.
Το πάγωμα που διαμορφώθηκε όμως έσπασε και σπάει από προσπάθειες εργατικής αντίστασης και αγώνα που ξεσπούν σε χώρους δουλειάς και διαμορφώνουν ελπίδα μέσα στις δυσκολίες: οι αγώνες των διανομέων, της eFood, των λιμενεργατών στην Cosco, των εκπαιδευτικών και υγειονομικών του ΕΣΥ.
Παράλληλα τα μηνύματα που έρχονται από μεγάλους αγώνες στο εξωτερικό, ειδικά μέσα στο στόμα του λύκου, τις ΗΠΑ αφήνουν τον απόηχο τους κι εδώ ακόμα κι αν δε γίνεται άμεσα ορατό. Η ανάπτυξη της συνδικαλιστικής δράσης και οι νικηφόροι αγώνες σε αλυσίδες μεγάλων επιχειρήσεων στον χώρο της εστίασης (Starbuck κ.α.) και του ηλεκτρονικού εμπορίου (Amazon κ.α.)στην ιδιωτική υγεία και την αυτοκινητοβιομηχανία που ξεπέρασαν τα εμπόδια του κατακερματισμού των εργαζομένων και επέβαλλαν αυξήσεις στους μισθούς και συμβάσεις εργασίας στις ΗΠΑ, η αγωνιστική στάση των εργαζομένων σε εταιρίες τεχνολογικής αιχμής ενάντια στη γενοκτονία (tech against genocide) η γενική πολιτική απεργία για την Παλαιστίνη στην Ιταλία με καθοριστικό το ρόλο των λιμενεργατών σπάνε τη λογική πως η εργατική τάξη δε μπορεί να βελτιώνει τη θέση της μέσα στις νέες συνθήκες και συμβάλλουν σε ένα κλίμα εργατικής αυτοπεποίθησης.
5. Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΠΑΛΗΣ
Στη σημερινή εποχή το Ε.Σ.Κ χρειάζεται επαναθεμελίωση σε όλα τα επίπεδα και πρώτα και κύρια στην λογική, για το πώς αυτό συγκροτείται και αναπτύσσεται ο ταξικός οικονομικός αγώνας, πρώτα από όλα, σε πρωτόλειο, «πρωτοβάθμιο» επίπεδο, στην επιχείρηση και στο εργοστάσιο, πως μετατρέπεται ο οικονομικός σε πολιτικό αγώνα, πως αποκτά το συνδικαλιστικό κίνημα ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο, ποιες μορφές πάλης μπορεί να αποδειχθούν οι πιο αποτελεσματικές.
Το συνδικάτο αποτελεί το “σχολείο” της εργατικής τάξης. Είναι το πεδίο ανάπτυξης της ταξικής ενότητας και ταξικής αλληλεγγύης των εργαζομένων μέσα από την κοινή καθημερινότητα, πεδίο ανάπτυξης πλευρών κοινωνικής δραστηριότητας της εργατικής τάξης. Εκεί αναπτύσσεται ο πρωτόλειος οικονομικός αγώνας για τις άμεσες ζωτικές ανάγκες, εκεί αναπτύσσεται η σύγκρουση με το διευθυντικό δικαίωμα, την εργοδοτική ασυδοσία.
Η σχέση οικονομικού-πολιτικού αγώνα είναι σχέση διαλεκτική και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα. Ο αγώνας του συνδικαλιστικού κινήματος απέναντι στο κράτος και την αστική τάξη, για τη λήψη μέτρων και μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώνουν συνολικά τη θέση της εργατικής τάξης και θα γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της (πχ νομική κατοχύρωση Συλλογικών Διαπραγματεύσεων) είναι πολιτικός αγώνας στον πυρήνα του και προϋποθέτει το πρωταρχικό επίπεδο συσπείρωσης.
Ταυτόχρονα παρουσιάζονται στιγμές μέσα στην εργατική πάλη που μεμονωμένοι αγώνες ενός εργατικού χώρου ή κλάδου μέσα από την ανάπτυξη της αλληλεγγύης ή/και του περιεχομένου των αιτημάτων του και των μορφών πάλης λαμβάνουν πολιτικά χαρακτηριστικά για το σύνολο της εργατικής τάξης (πχ αγώνες εργαζόμενων ΟΤΑ στην καθαριότητα, ΛΑΡΚΟ, Χαλιβουργική κτλ)
Χρειάζεται λοιπόν να ξεκινήσουμε από τον οικονομικό καθημερινό αγώνα και τον αναντικατάστατο ρόλο των άμεσων διεκδικήσεων και να συμβάλουμε στο να αναπτυχθούν. Ταυτόχρονα, μέσα στον αγώνα για επιχειρησιακές και κλαδικές, για μικρές και μεγάλες συγκεκριμένες νίκες, χρειάζεται να τίθεται ένα γενικότερο πρόγραμμα πανκοινωνικών, δηλαδή πολιτικών διεκδικήσεων που θα βελτιώνουν υλικά τη ζωή της εργατικής τάξης. Τονώνοντας το ηθικό, διαπαιδαγωγώντας και πολιτικοποιώντας από την ίδια της την δράση την εργατική τάξη. Αυτό σημαίνει μια σωστή επεξεργασία πολιτικών στόχων-αιτημάτων-μορφών πάλης που θα παίρνουν υπόψη τους, τα προβλήματα της εργατικής τάξης, το επίπεδο συνείδησης, το οργανωτικό επίπεδο και το συσχετισμό δύναμης στο σήμερα.
Χρειάζεται σύγκρουση με την λογική τηςάσφαιρης, συμβολικής διαμαρτυρίας και μιας «μάχης συμπερασμάτων», άμεσα εξαργυρώσιμης σε ψήφους του κόμματος ή στον περιορισμό του οικονομικού αγώνα σε απόκρουση της επίθεσης (ΚΚΕ, ΠΑΜΕ κλπ). Χρειάζεται επίσης σύγκρουση με τα κινηματικά αντάρτικα και τις σεχταριστικές προτάσεις για απεργίες χωρίς σχέδιο, με ένα μαξιμαλιστικό πολιτικό πλαίσιο αντιπαράθεσης χωρίς συγκεκριμένους στόχους, κόμβους και κεντρικοποίηση της μάχης (χώρος του αναρχισμού, της αυτονομίας, ρεύματα εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς). Τελικά και οι δυο περιπτώσεις καλλιεργούν την ηττοπάθεια, δεν μπορούν να πείσουν γιατί χρειάζεται ο αγώνας σήμερα, αποκόπτονται από τα προβλήματα της εργατικής τάξης. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι με την στάση τους αυτή εμποδίζουντη «πολιτικοποίηση» της εργατικής τάξης, ώστε να κατανοεί με τη δική της πείρα την ανάγκη βαθύτερων πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών.
Οι βασικοί άξονες του πολιτικού προγράμματος που αναπτύσσεται παρακάτω απευθύνεται στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Δεν τίθεται σε μία λογική προαπαιτούμενου για κοινή δράση, λογική που ψαλιδίζει την πάλη. Αντιθέτως συγκροτείται πάνω σε μία λογική αναγκαίων αιτημάτων, ικανών να συσπειρώσουν, δυνατών να κατακτηθούν μέσα από την ανάπτυξη της μαζικής δράσης.Δεν προτείνεται ως προγραμμα “διαχωρισμού” αλλά προσανατολισμού, οδοδείκτη των αγώνων που αναπτύσσονται μέσα στην ταξική πάλη.
- Το ζήτημα του μισθού: αυξήσεις στους μισθούς με κατώτερο τα 1200 καθαρά, σε βάρος των κερδών, αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Όχι στη λογική των bonus που προωθείται και στο δημόσιο τώρα. Όριο στους μισθούς των ανώτερων στελεχών, golden boys. 14 μισθοί για δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
- Το ζήτημα του χρόνου εργασίας: μείωση του χρόνου εργασίας με στόχο την κατάκτηση του 30ωρου/5ήμερου/6ωρου, δεδομένης της εκτίναξης της παραγωγικότητας της εργασίας και των επιστημονικών δυνατοτήτων της εποχής. Να γείρει η πλάστιγγα υπέρ των εργατικών συμφερόντων κι όχι της εντατικοποίησης. Μείωση των χρόνων συνταξιοδότησης. Υπεράσπιση του ελεύθερου χρόνου της εργατικής τάξης που ολοένα και μειώνεται μέσα στις συμπληγάδες των σύγχρονων συνθηκών εργασίας και της καθημερινότητας ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα.
- Το ζήτημα των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων: επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της υποχρεωτικότητας, καθολικότητας των ΣΣΕ και της συλλογικής διαπραγμάτευσης του κατώτατου μισθού. Μόνιμη και σταθερή εργασία, κατάργηση της ελαστικής και επισφαλούς εργασίας. Ενιαίες Συλλογικές Συμβάσεις σε Δημόσιο και Ιδιωτικό τομέα. Αντιμετώπιση της εργασίας στις πλατφόρμες με αναγνώριση της ως μορφή εξαρτημένης μισθωτής εργασίας και ρύθμιση της εργασίας από το σπίτι μόνο για έκτακτες ανάγκες με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.
- Το ζήτημα της δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς: συλλογική μαζική πάλη που θα συγκρουστεί στην πράξη με την ποινικοποίηση και τον περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, της απεργίας, των διώξεων, το νέο πειθαρχικό στο δημόσιο τομέα.
- Το ζήτημα του εργατικού ελέγχου, της παρέμβασης στο διευθυντικό δικαίωμα, που αποδείχθηκε ως ζωτικό μέσα από την εμπειρία των σιδηροδρόμων και του εγκλήματος των Τεμπών, της Βιολάντα κ.α. Ειδικά στο ζήτημα της ασφάλειας στους χώρους εργασίας: μέτρα υγιεινής κι ασφάλειας, επιτροπές υγιεινής με καθοριστική συμμετοχή των εργαζομένων. Απαγόρευση των απολύσεων-Εργατικός έλεγχος στις προσλήψεις
- Το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων με το πέρασμα των επιχειρήσεων που παράγουν δημόσια αγαθά (ρεύμα, νερό, μεταφορές, παιδεία, υγεία, πρόνοια κ.α.) σε πλήρη και αποκλειστικά δημόσια ιδιοκτησία.
- Πανκοινωνικού/παλλαϊκού χαρακτήρα ζητήματα όπως μείωση των τιμών και πλαφόν στις τιμές για τα είδη πρώτης ανάγκης, κατάργηση του χρηματιστηρίου ενέργειας και η μείωση του κόστους ρεύματος. Δημόσια αγαθά, παιδεία, υγεία, πρόνοια, στέγη.
- Το ζήτημα του πολέμου: το συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του αντιπολεμικού κινήματος, των κοινωνικών και όχι πολεμικών δαπανών, ειδικά ενάντια στο RearmEurope, άμεσης εμπλοκής της χώρας μας στους πολεμικούς σχεδιασμούς καιτους άδικους ιμπεριαστικούς ευρωνατοϊκούς πολέμους, στο κλείσιμο των βάσεων, στην αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη και το λαό του Ιράν. Μπορεί να παίξει ρόλο στο μπλοκάρισμα της βιομηχανίας που εμπλέκεται με τον πόλεμο.
- Πλευρές του γυναικείου ζητήματος: ίσος μισθός για ίδια δουλειά, πλήρης προστασία της μητρότητας, αύξηση των γονεϊκών αδειών, δημόσιες δομές πρόνοιας, ειδικές άδειες εμμήνου ρύσεως. Αγώνας ενάντια στο σεξισμό, ενάντια στις διακρίσεις των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων.
-Για το ζήτημα των μεταναστών: πλήρη και ίσα δικαιώματα για όλους τους/ις μετανάστες/ριες για το μισθό, τη σύμβαση, την ασφάλιση, ενάντια στο ρατσισμό.
6. ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ-ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ-ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ-ΔΟΜΗ
Το Συνδικαλιστικό Εργατικό Κίνημα αποτελεί για εμάς το κίνημα της εργατικής τάξης και των στρωμάτων της εκμεταλλευόμενης εργασίας, με τα δικά του αυτοτελή όργανα, από το επίπεδο του ταξικού σωματείου, τις ομοσπονδίες του, έωςτις επιτροπές αγώνα και τα όργανα συντονισμού των αγώνων που αποφασίζει η ίδια η τάξη. Σ αυτά εκφράζεται η ενότητα της εργατικής τάξης, η υπέρβαση του κατακερματισμού που συγκροτείται στο επίπεδο εργασιακών σχέσεων, φύλου, φυλής. Ταυτόχρονα η ανεξαρτησία από τους πολυπλόκαμους κρατικούς μηχανισμούς αλλά και η αυτοτέλεια του από τα εργατικά κόμματα είναι βασική προϋπόθεση για να προχωράει η ταξική ενότητα και συγκρότηση του Ε.Σ.Κ
Η βασική μορφή οργάνωσης των εργαζομένων στον άμεσο διεκδικητικό αγώνα τους ήταν και παραμένει το συνδικάτο. Η ιστορία των ταξικών αγώνων, παλιότερη και πιο πρόσφατη, δεν ανέδειξε άλλη αποτελεσματική και ανθεκτική στο χρόνο μορφή «πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης» της εργατικής τάξης και συσπείρωσης του οικονομικού αγώνα. Σήμερα είναι υπαρκτή μία κατάσταση πολυδιάσπασης των συνδικάτων: κλαδικών, ομοιοεπαγγελματικών, συνδικάτα μονίμων και έκτακτων που δρουν εντός της ίδιας εταιρίας ή/και του ίδιου ομίλου. Η κατάσταση αυτή διατηρεί τους συνδικαλιστικούς μηχανισμούς όμως δε βελτιώνει στο ελάχιστο την συνδικαλιστική πάλη. Ενισχύει το συντεχνιασμό και δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά απέναντι στον εργοδότη, ούτε να ενώσει την τάξη και κυρίως τα πιο εκμεταλλευόμενα στρώματα εντός της.
Όσον αφορά τα τριτοβάθμια όργανα η μέχρι τώρα εμπειρία των πολλών φίλτρων για την εκλογή τους οδηγεί στην απομάκρυνση τους από την βάση ή ακόμη και από τα όργανα των ίδιων των κλάδων, πατάει πάνω στη λογική των προνομίων, ενισχύει της τάση του “επαγγελματία” συνδικαλιστική.
Η ανασυγκρότηση των δομών του συνδικαλιστικού κινήματος δεν αποτελεί εγκεφαλικό σχέδιο ούτε έτοιμη συνταγή. Θα προκύψει βασικά μέσα από την ανάπτυξη του αγώνα, είναι ζήτημα δημιουργικής διαπάλης, συζήτησης και σύνθεσης με τα πιο πρωτοπόρα ρεύματα και θα καθοριστεί εν τέλει από την ίδια την μαζική πράξη και την αποτελεσματικότητα της. Δε μπορούμε να παραβλέψουμε, ούτε να υπερβούμε τις έως τώρα μορφές συγκρότησης της εργατικής τάξης.
●Παραμένει η ανάγκη για ομοιοεπαγγελματικά σωματεία που θα προστατεύουν τα επαγγέλματα από τις αναδιαρθρώσεις – όμως από μόνα τους δεν αρκούν.
●Είναι αναγκαίο και το κλαδικό συνδικάτο, ιδιαίτερα λόγω του μεγάλου αριθμού μικρών επιχειρήσεων στη χώρα μας το οποίο συγκροτείται απέναντι στο “συνδικάτο” των εργοδοτών του κλάδου, εκεί που συγκεντρώνεται το κέρδος, παραμένει υπαρκτή μορφή οργάνωσης. Υπάρχει η ανάγκη για ενιαία κλαδικά συνδικάτα σε δημόσιο & ιδιωτικό τομέα.
●Η χωρική – τοπική συνδικαλιστική οργάνωση των Εργατικών Κέντρων είναι επίσης απαραίτητη, όπου όμως χρειάζονται αλλαγές που να παρακολουθούν τις αλλαγές στη δομή του κράτους π.χ. Περιφέρειες, μεγαλύτεροι Δημοι, αλλαγές στην πληθυσμιακή συγκέντρωση κ.α.
●Η ενότητα των συνδικάτων και σε πανεθνικό επίπεδο σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Μια τέτοια διαδικασία θα διευκολύνει την ταξική ενότητα των εργαζομένων, θα σπάσει το συντεχνιασμό αλλά και τον «εσωτερικό εμφύλιο» που αναπαράγεται στην τάξη, για ενιαίες εργασιακές σχέσεις ανά κλάδο σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Ενιαίο κατώτατο μισθό και συλλογικές συμβάσεις εργασίας σε δημόσιο & ιδιωτικό τομέα.
Όμως οι μετασχηματισμοί στην παραγωγή επιβάλλουν μετασχηματισμούς και στον τρόπο οργάνωσης της εργατικής τάξης ώστε η διεξαγωγή της ταξικής πάλης, ο ταξικός εκβιασμός από τη μεριά της να είναι πιο αποτελεσματικός και δυνητικά νικηφόρος.
●Στην κατεύθυνση αυτή το ενιαίο επιχειρησιακό σωματείο είναι το κεντρικό και αναπόδραστο στοιχείο της συνδικαλιστικήςοργάνωσης: Η ύπαρξη ενός σωματείου, σωματειακής επιτροπής ανά χώρο δουλειάς, σε κάθε εργοστάσιο, μονάδα και επιχείρηση παραγωγής, κατανάλωσης ή υπηρεσιών ενάντια στον εργοδότη, ανεξάρτητα από σχέσεις εργασίας, ιδεολογίας, εθνικότητας, φυλής, φύλου ή θρησκείας. Εκεί αναπτύσσονται οι πρωτογενείς αντιστάσεις απέναντι στη διοίκηση/ διεύθυνση, εκεί διαμορφώνεται η πρωτόλεια ταξική συνείδηση, η ενότητα των εργαζομένων , οι κοινές εμπειρίες.
●Ταυτόχρονα, στην εποχή όπου οι πολυκλαδικοί, πολυεθνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι και οι διεθνείς αλυσίδες αξίας παίζουν όλο και καθοριστικότερο ρόλο στην παραγωγική αλυσίδα, χρειάζεται να ανοίξουμε την συζήτηση για τη δημιουργία ενιαίου συνδικάτου/ομοσπονδίας ανά όμιλο με εργοστασιακά ή επιχειρησιακά σωματεία ανά μονάδα, εργοστάσιο ή επιχείρηση, στις μητρικές ή θυγατρικές εταιρείες του ομίλου. Το ενιαίο συνδικάτο του ομίλου συγκεντρώνει πιο αποτελεσματικά τον αγώνα απέναντι στην ιδιοκτησία, για κατακτήσεις που θα αποσπούν από τα κέρδη. Εκεί οικοδομείται πιο οργανικά η διεθνιστική ενότητα της εργατικής τάξης.
Η ταξική ανασυγκρότηση του ΕΣΚ προϋποθέτει τη σύγκρουση με τις παθογένειες που αναπαράγονται και διαστρεβλώνουν τη συνδικαλιστική δράση και πάλη. Προϋποθέτουν:
-Πλήρης ανεξαρτησία και αυτοτέλεια των συνδικάτων από την εργοδοσία, το κράτος, το κεφάλαιο, τα δικαστήρια, την αστική τάξη, εντός και εκτός επιχείρησης.
-Όχι στα σωματεία σφραγίδες μόνο και μόνο για να αλλοιώνονται οι συσχετισμοί και για να καρπώνεται και να διαχειρίζεται η συνδικαλιστική γραφειοκρατία τις κρατικές επιχορηγήσεις.
-Οικονομική ανεξαρτησία και αυτοτέλεια των συνδικάτων, όχι στις εργοδοτικές, κρατικές και ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις.
-Εναλλαγή, περιορισμένη θητεία ιδιαίτερα για τις θέσεις απαλλαγής από την παραγωγή, αυστηρώς εργατικός έλεγχος στους απαλλαγμένους συνδικαλιστές, ο εξοβελισμός της μισθωτής αστικής τάξης, των διευθυντών και συμβούλων της διοίκησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα από τα συνδικάτα.
-Όχι στην κοινοβουλευτικοποίησητων διαδικασιών τους. Αποφάσεις που θα παίρνονται μέσα στα όργανα του Ε.Σ.Κ, και οιμορφές πάλης να αποτελούν μέσα στα χέρια τωνεργαζόμενων για να επιβάλουν τις διεκδικήσεις τους και όχι αυτοσκοπό.Ενίσχυση του ρόλος της συνέλευσης, της άμεσης δημοκρατίας εργατικού τύπου, κριτήριο της απόφασης η μαζική συμμετοχή στη δράση ή την απεργία. Όχι στις εκλογικές διαδικασίες που καταλήγουν μάχη μηχανισμών, μακριά και έξω από τις συνελεύσεις, που διαχωρίζουν τους εργάτες όχι με βάση την δράση τους, τις απόψεις τους και τους στόχους τους αλλά με βάση το ρεύμα, την παράταξη και το κόμμα που είναι.
-Συνδικαλιστικό κίνημα με όργανα και διαδικασίες ανοιχτές στους εργαζόμενους, που θα συγκροτούνται στη βάση αρχών, προγραμμάτων πάλης και δράσης και που θα παρουσιάζονται και θα συναποφασίζονται μπροστά στους εργάτες/εργάτριες. Όχι στις συμφωνίες κορυφής για ανταλλαγή αξιωμάτων στις θέσεις των συνδικάτων. Με αυτή τη λογική αντιμετωπίζουμε και τη συγκρότηση προγραμματικών προεδρείων.
-Συνδικάτα που αναπτύσσουν πολιτιστική, επιμορφωτική και κοινωνικά αλληλέγγυα δράση. Συνδικάτα ασπίδα ειδικά για τις πιο αδύναμες κατηγορίες εργαζομένων: Τους εργαζόμενους χωρίς σταθερές σχέσεις εργασίας, τους μετανάστες και πρόσφυγες, τις γυναίκες και τους νέους, που βιώνουν πολλαπλή εκμετάλλευση, κοινωνικό, μισθολογικό, ιεραρχικό, φυλετικό, θρησκευτικό, σεξουαλικό και πολιτιστικό ρατσισμό.
7. ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΤΑΞΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ
Στο επίπεδο του πολιτικού μας στόχου όσον αφορά το ΕΣΚ, συντάσσουμε τις δυνάμεις μας ώστε να συμβάλλουμε στην ανάπτυξη των αντιστάσεων και των διεκδικήσεων στους χώρους δουλειάς. Με βασικές κατευθύνσεις τις αιχμές που αναπτύξαμε παραπάνω σε συνδυασμό με τα ζητήματα που αναδεικνύονται σε κάθε χώρο/κλάδο.
- Στο βαθμό που θα μετράμε βήματα σ’ αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να εμφανιστεί μια πρώτη νέα «μαγιά» εργατικών σωματείων που θα συσπειρώνονται γύρω από συγκεκριμένα αιτήματα, θα επιδιώκουν να βάζουν ατζέντα γύρω από τα αιτήματα και το σχεδιασμό και να εμφανίζονται ως ένας διακριτός πόλοςστο ευρύτερο ΕΣΚ.
- Η συσπείρωση αυτή δεν απαιτεί την συνολική συμφωνία των σωματείων γύρω από ένα συνολικό πολιτικό πρόγραμμα που είναι κατοχυρωμένο μόνο στις πρωτοπορίες του, ούτε θέτει εξ αρχής ως προαπαιτούμενο τη χωροταξική διαφοροποίηση. Απαιτεί όμως την διαφοροποίηση σε επίπεδο αιτημάτων και λογικής από το γραφειοκρατικό συνδικαλιστικό κίνημα, ιδαίτερα της ΓΣΕΕ και την κομματικοκεντρική λογική του ΠΑΜΕ. Για να επιτευχθεί μία τέτοια λογική είναι αναγκαία η κοινή δράση των αγωνιστικών ρευμάτων με δημοκρατικό διάλογο. Χρειάζεται να υπερβούμε ενωτικά και δημιουργικά τους συντονισμούς που λειτουργούν στη λογική τετελεσμένων, συνολικής πολιτικής αντίληψης και κομματικής λογικής και δεν βοηθούν στο να αλλάξει η παρούσα κατάσταση (συντονισμός πρωτοβάθμιων σωματείων, συντονισμός εργατικής αλληλεγγύης)
8. ΜΕ ΠΟΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΔΡΟΥΜΕ ΣΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ
Δρούμε βάσει μιας σύγχρονης μετωπικής λογικής, με τη συνεργασία και την κοινή δράση όλων των αγωνιστικών ρευμάτων στη βάση αρχών και προγράμματος, όχι συνολικής πολιτικής συμφωνίας.
●Επιδιώκουμε ανά χώρο δουλειάς να συγκροτούμε πλατιά αγωνιστικά σχήματα και όχι κομματικές παρατάξεις που θα συσπειρώνουν τους πιο πρωτοπόρους εργαζομένους. Τα σχήματα συγκροτούνται πρώτα και κύρια γύρω από τον συνδικαλιστικό αγώνα στην επιχείρηση ή τον κλάδο.
●Στόχος τους είναι να συσπειρώσουν γύρω τους την πλειοψηφία των εργαζομένων ώστε να αλλάξουν οι συσχετισμοί σε ταξική κατεύθυνση κατακτήσεων. Δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για την μαζικοποίηση του συνδικάτου και τον ταξικό προσανατολισμό της δράσης του, λειτουργούν όσο το δυνατόν πιο εργατικοδημοκρατικά, με τους ίδιους του αγωνιστές/ριες να αποφασίζουν και με αυτοτέλεια από όλες τις πολιτικο-συνδικαλιστικές κινήσεις και εργατικά κόμματα. Με σύγχρονη εργατική φυσιογνωμία, με κουλτούρα και πρακτική ενάντια στις έμφυλες διακρίσεις.
●Παρεμβαίνουμε με κριτήριο την ταξική ενότητα και την ανάπτυξη της αγωνιστικής δράσης, κι όχι την κομματική καταγραφή . Με κριτήριο την εργατική δημοκρατία, ενάντια στις λογικές των προνομίων, των συνδιαλλαγών. Με κριτήριο την ανεξαρτησία των συνδικαλιστικών φορέων από τους εργοδοτικούς μηχανισμούς και τους μηχανισμούς του αστικού κράτους.
9. ΜΑΧΗ-ΝΕΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ
Ο στόχος της ενιαίας παρέμβασης στο ΕΣΚ αναδεικνύει την ανάγκη μίας πανελλαδικής ταξικής πολιτικοσυνδικαλιστικής κίνησης που θα εκφράζει σε πανελλαδικό επίπεδο τις πιο πρωτοπόρες χειραφετητικές τάσεις των αγωνιστικών συνδικαλιστικών ρευμάτων και την κοινή δράση αυτών.
Η ύπαρξη τέτοιας κίνησης βοηθάει στο να έρθουν σε επαφή και συνεργασία συνδικαλιστές και συνδικαλίστριες από διάφορους χώρους, να δημιουργηθεί συνδικαλιστική παρέμβαση σε νέους εργασιακούς χώρους, να τροφοδοτήσει τη συνδικαλιστική πάλη με επεξεργασίες & στοιχεία και βοηθάει τα μέλη της να ανεβαίνουν επίπεδο συνείδησης και συγκρότησης. Μιας κίνησης που θα υπερβαίνει τους κομματικούς διαχωρισμούς θασυγκροτείται στην βάση των αγωνιστών-μελών, θα βασίζεται στην αρχή της πλατιάς πλειοψηφίας, με σεβασμό στην πολυμορφία απόψεων, την ελεύθερη έκφραση ρευμάτων. Με αποφασιστικά όργανα τις συνέλευση των ίδιων και των αιρετών και ανακλητών συμβουλίων της. Ανεξάρτητη και από τα κόμματα εργατικής αναφοράς τα οποίαόμως μπορούν να δρουν εντός της με τα μέλη τους και να κρίνονται από τη συνεισφορά τους στον ταξικό, απελευθερωτικό, ενωτικό και μαχητικό χαρακτήρα της. Μιας κίνησης που θα αντιρροπεί την επικρατούσα λογική κόμμα-εργατική παράταξη.
Η συγκρότηση της ΜΑΧΗΣ πριν τρία χρόνια, με την ενοποίηση της ΠΑΤΕΚ, του ΜΕΤΑ και τη συμμετοχή κι άλλων ρευμάτων αγωνιστών/ριών έδωσε ένα πρώτο θετικό βήμα. Όμως δεν εξυπηρέτησε το σκοπό της. Δεν βοήθησε στο να παρέμβουμε σε νέους χώρους, δεν βοήθησε μα πιο ενιαία παρέμβαση στο Δημόσιο τομέα, δεν άνοιξε ουσιαστικά τη συζήτηση γύρω από το συνδικαλισμό ώστε να ζυμωθούν διαφορετικές προσεγγίσεις εντός της. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν επιχείρησε συσκέψεις σε άλλες πόλεις και στην Αθήνα έχει να γίνει σύσκεψη εδώ και ενάμιση χρόνο.
Η ευθύνη γι αυτήν την κατάσταση βαραίνει όλους και όλες μας. Βαραίνει και τις δικές μας δυνάμεις γιατί υποτιμήσαμε τη σημασία μαζικής ενεργητικής συμμετοχής και διαπάλης. Βαραίνει όμως και τα ρεύματα αυτά που αντιλαμβάνονται την Κίνηση ως μία φανέλα για συνεννοήσεις, ουσιαστικά αναπαράγοντας λογικές ενός ακόμη κομματικού συνδικαλισμού. Η στάση της ΑΡΑΣ στα επεισόδια του Πολυτεχνείου, μέλη της οποίας συμμετέχουν και στη ΜΑΧΗ αποτέλεσαν τη θρυαλλίδα για την εμφάνιση προβλημάτων που ήδη υπήρχαν.Για εμάς η στάση των μαχόμενων δυνάμεων σε σχέση με την ενδοκινηματική βία αποτελούν βασική πλευρά ενός σύγχρονου εργατικού πολιτισμού που χρειάζεται να οικοδομηθεί μαζί.
Υπό αυτή την έννοια αναδεικνύεται η ανάγκη υπέρβασης της υπάρχουσας κατάστασης προς τα εμπρός. Με μία νέα διαδικασία συσπείρωσης συνδικαλιστών/ριών, εργαζόμενων που αναζητούν σε μία διαφορετική κατεύθυνση στο εργατικό κίνημα, του δυναμικού που αγκάλιασε τη ΜΑΧΗ και έχει παρόμοιες αγωνίες, με πολιτικό πρόγραμμα και αρχές που θα προφυλάσσουν την Κίνηση από τον καιροσκοπισμό, την ενδοκινηματική βία και δε θα τη μετατρέπουν σε μία ακόμη κομματική φανέλα. Για να μην επαναλάβουμε τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος, να μην φτιάξουμε απλά μία ακόμα παράταξη αλλά να καταφέρουμε να συγκροτήσουμε με υπομονή, επιμονή και ουσιαστική συζήτηση και μέσα από πραγματικά δράση ένα διαφορετικό ρεύμα εντός του συνδικαλιστικού κινήματος.
10. ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΤΙ ΣΤΟΧΟ ΘΕΤΟΥΜΕ
Οι Παρεμβάσεις αποτελούν κατάκτηση του χώρου της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς στους εργασιακούς χώρους του δημόσιου τομέα. Αποτελούν ένα δίκτυο σχημάτων με σχετικά μαζική αναφορά και παρέμβαση, με ιστορία και συνεισφορά σε νικηφόρες μάχες και αντιστάσεις στους χώρους δουλειάς, κυρίως στην εκπαίδευση, την υγεία, τον χώρο του πολιτισμού, την αυτοδιοίκηση. Βέβαια, οι Παρεμβάσεις δεν είναι ένας ενιαίος χώρος, με ενιαία χαρακτηριστικά. Στηρίζουμε το εγχείρημα των Παρεμβάσεων και παλεύουμε για την ηγεμονία μίας αντίληψης για μαζική, γειωμένη, ενιαιομετωπική παρέμβαση με στόχο την απόσπαση νικών και κατακτήσεων σήμερα. Προσπαθούμε για τη διαρκή διεύρυνσή τους και με άλλες δυνάμεις της συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς κόντρα στη λογική των τεχνητών αποκλεισμών και του σεχταρισμού.
Οι Παρεμβάσεις δεν έχουν καταφέρει να ενοποιηθούν πλήρως σε ένα σχέδιο ανασυγκρότησης συνολικά του Ε.Σ.Κ. και συχνά ηγεμονεύουν λογικές κινηματισμού και βερμπαλισμού σε κάποια σχήματα και χώρους. Ενυπάρχουν στο εσωτερικό τους και τα τελευταία χρόνια μεγαλώνουν και τάσεις κομματικού συνδικαλισμού/σεχταρισμού. Είναι ένας πολύμορφος χώρος όπου είναι κρίσιμο να συνευρεθούμε με τους αγωνιστές/τριες με παρόμοιες αναζητήσεις για την ταξική ανασυγκρότηση, όπως αναζητά και επιδιώκει η Εκπαιδευτική Λέσχη στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.